Το νέο στοίχημα Τραμπ: Μπορεί να γονατίσει το Ιράν χωρίς να γονατίσει πρώτα η αμερικανική οικονομία;
Ο Τραμπ στρέφεται από τη στρατιωτική στην οικονομική πίεση απέναντι στο Ιράν. Το ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να προκαλέσουν ζημιά — αλλά αν μπορούν να το κάνουν χωρίς να γονατίσει πρώτα η αμερικανική οικονομία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει για ακόμη μία φορά το κέντρο βάρους της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.
Μετά από μήνες στρατιωτικής πίεσης που δεν οδήγησαν την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση και με τη διπλωματική διαδικασία ουσιαστικά παγωμένη, η Ουάσιγκτον στρέφεται πλέον σε ένα διαφορετικό όπλο: την οικονομική ασφυξία.
Η αμερικανική κυβέρνηση προαναγγέλλει ένα καθεστώς οικονομικής απομόνωσης πρωτοφανούς έντασης, το οποίο δεν θα περιορίζεται μόνο σε νέες κυρώσεις κατά ιρανικών επιχειρήσεων και κρατικών φορέων.
Η νέα στρατηγική επιχειρεί να χτυπήσει ολόκληρο το διεθνές δίκτυο που επιτρέπει στο Ιράν να συνεχίζει να εμπορεύεται, να χρηματοδοτείται και να παρακάμπτει τους περιορισμούς.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, έχει προαναγγείλει μέτρα «που δεν έχουν ξαναγίνει» στην οικονομική απομόνωση μιας χώρας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Στα χαρτιά πρόκειται για μία στρατηγική με τεράστια δύναμη. Στην πράξη, όμως, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό στοίχημα της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να προκαλέσουν τεράστια ζημιά στην ιρανική οικονομία. Μπορούν. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να προκαλέσουν αρκετή ζημιά ώστε να αλλάξει στρατηγική η Τεχεράνη — και μάλιστα πριν το κόστος επιστρέψει σαν μπούμερανγκ στην ίδια την Ουάσιγκτον.
Από τις βόμβες στις τράπεζες
Η αλλαγή στρατηγικής αποκαλύπτει και ένα δύσκολο δεδομένο για τον Λευκό Οίκο. Η στρατιωτική πίεση δεν πέτυχε τον τελικό πολιτικό στόχο.
Η σύγκρουση έχει φτάσει πλέον κοντά στους έξι μήνες και αναλυτές του CNN σημειώνουν ότι οι στρατιωτικές επιλογές που ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει ο Τραμπ —χωρίς ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων— δεν ανάγκασαν το Ιράν να υποχωρήσει.
Έτσι η Ουάσιγκτον επιστρέφει στην οικονομία. Μόνο που αυτή τη φορά θέλει να προχωρήσει πολύ περισσότερο.
Η λογική είναι απλή: αν δεν μπορείς να αναγκάσεις το Ιράν να συνθηκολογήσει στρατιωτικά χωρίς μία πολύ μεγαλύτερη και επικίνδυνη πολεμική εμπλοκή, επιχειρείς να καταστήσεις το οικονομικό κόστος της συνέχισης της σημερινής πολιτικής αβάσταχτο.
Δεν χτυπάς μόνο το ιρανικό κράτος. Χτυπάς τις πηγές χρηματοδότησής του.
Το πραγματικό όπλο: δευτερογενείς κυρώσεις
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της νέας αμερικανικής στρατηγικής. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν απλώς να πουν: «Εμείς δεν συναλλασσόμαστε με το Ιράν». Θέλουν ουσιαστικά να πουν στον υπόλοιπο κόσμο: «Αν συναλλάσσεστε με το Ιράν, θα έχετε πρόβλημα και μαζί μας».
Στο στόχαστρο μπαίνουν τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια, εταιρείες-βιτρίνες, μεταφορές μετρητών, λαθρεμπόριο πετρελαίου και γενικότερα οι μηχανισμοί που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις.
Αυτή είναι η πραγματική ισχύς του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για μία διεθνή τράπεζα ή πολυεθνική επιχείρηση το δίλημμα μπορεί να γίνει εξαιρετικά απλό: Ιράν ή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και στο δολάριο; Για τις περισσότερες, η απάντηση είναι προβλέψιμη.
Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο: το Ιράν έχει μάθει να ζει με κυρώσεις
Εδώ όμως αρχίζουν τα προβλήματα για τον σχεδιασμό της Ουάσιγκτον. Το Ιράν δεν αντιμετωπίζει οικονομικές κυρώσεις για πρώτη φορά.
Έχει περάσει δεκαετίες δημιουργώντας μηχανισμούς παράκαμψης, παράλληλα δίκτυα πληρωμών, μεσάζοντες, εταιρείες-βιτρίνες και εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές.
Ο πρώην αξιωματούχος των ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών Ντάνιελ Τσιτρίνοβιτς εκτιμά ότι όσοι περιμένουν κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος αποκλειστικά μέσω οικονομικής πίεσης είναι πιθανό να απογοητευτούν. Η οικονομική ζημιά μπορεί να είναι τεράστια χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως αλλαγή στρατηγικής από την ηγεσία της χώρας.
Αυτό είναι θεμελιώδες. Άλλο οικονομικός πόνος και άλλο πολιτική συνθηκολόγηση. Ένα αυταρχικό καθεστώς μπορεί να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους στον πληθυσμό απ' όσο μπορεί να αντέξει πολιτικά μία δυτική κυβέρνηση. Και η Τεχεράνη το γνωρίζει.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ο ίδιος ο Τραμπ
Οι οικονομικοί πόλεμοι έχουν ένα χαρακτηριστικό που δεν ταιριάζει ιδιαίτερα στο πολιτικό στυλ του Ντόναλντ Τραμπ: χρειάζονται χρόνο. Δεν λειτουργούν σαν αεροπορικό πλήγμα. Δεν υπάρχει μία ημερομηνία στην οποία επιβάλλεις κυρώσεις και την επόμενη εβδομάδα ο αντίπαλος παραδίδεται.
Για να στραγγαλιστεί πραγματικά μία οικονομία χρειάζονται μήνες — ενδεχομένως χρόνια. Το CNN εντοπίζει ακριβώς εδώ μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του σχεδίου: η επιτυχία προϋποθέτει στρατηγική υπομονή, χαρακτηριστικό που ο Τραμπ δεν έχει επιδείξει με συνέπεια.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αγαπά τις γρήγορες, ορατές νίκες. Ο οικονομικός πόλεμος είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι αργός. Είναι δύσκολο να αποτυπωθεί πολιτικά. Και πολλές φορές τα αποτελέσματά του γίνονται ορατά όταν η κυβέρνηση που τον ξεκίνησε έχει ήδη πληρώσει μέρος του κόστους.
Το παράδοξο των συμμάχων
Υπάρχει όμως και μία ακόμη αντίφαση. Για να απομονώσει πραγματικά το Ιράν, ο Τραμπ χρειάζεται τους συμμάχους του. Χρειάζεται τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Χρειάζεται τις χώρες του Κόλπου. Χρειάζεται συνεργασία στην Ασία. Χρειάζεται τράπεζες και κυβερνήσεις να κλείσουν τα παράθυρα μέσω των οποίων κινείται το ιρανικό χρήμα.
Όμως η ίδια αμερικανική κυβέρνηση έχει τα τελευταία χρόνια συγκρουστεί εμπορικά και πολιτικά με αρκετούς από αυτούς τους εταίρους. Και τώρα ζητά τη συνεργασία τους για να δημιουργήσει ένα σχεδόν αδιαπέραστο οικονομικό τείχος γύρω από την Τεχεράνη.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα του σχεδίου: ο Τραμπ χρειάζεται περισσότερο από ποτέ συμμάχους τους οποίους έχει συχνά αντιμετωπίσει περισσότερο ως ανταγωνιστές παρά ως στρατηγικούς εταίρους.
Το κλειδί λέγεται Κίνα
Και μετά υπάρχει η Κίνα. Αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά να περιορίσει δραστικά τα έσοδα του Ιράν από το πετρέλαιο, δεν μπορεί να αγνοήσει τον σημαντικότερο οικονομικό παράγοντα της εξίσωσης. Το Πεκίνο αποτελεί βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.
Επομένως μία πραγματική προσπάθεια οικονομικού στραγγαλισμού οδηγεί αργά ή γρήγορα σε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει ο Τραμπ απέναντι στην Κίνα για να πιέσει το Ιράν;
Το CNN επισημαίνει ότι η πίεση προς το Πεκίνο αποτελεί έναν από τους βασικούς δρόμους για την ενίσχυση της οικονομικής πολιορκίας. Αλλά αυτό δημιουργεί νέο ρίσκο. Αν οι ΗΠΑ επιβάλουν πολύ σκληρές δευτερογενείς κυρώσεις σε κινεζικές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικούς φορείς, ο οικονομικός πόλεμος με το Ιράν μπορεί να αρχίσει να μετατρέπεται σε μία πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Οι Φρουροί της Επανάστασης
Ένας ακόμη βασικός στόχος είναι οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης. Δεν αποτελούν μόνο στρατιωτικό και πολιτικό μηχανισμό. Διαθέτουν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα και δίκτυα που συνδέονται με εμπόριο, ενέργεια και χρηματοδότηση.
Εάν η Ουάσιγκτον καταφέρει να περιορίσει δραστικά τις συγκεκριμένες πηγές εσόδων, η πίεση δεν θα αφορά πλέον απλώς τη γενικότερη ιρανική οικονομία. Θα χτυπά τον ίδιο τον μηχανισμό ισχύος του καθεστώτος. Αυτό πιθανότατα αποτελεί πολύ πιο έξυπνο στόχο από μία αδιάκριτη οικονομική επίθεση που επιβαρύνει κυρίως τον απλό Ιρανό πολίτη.
Το Ιράν έχει όμως ένα δικό του οικονομικό όπλο
Η Τεχεράνη δεν είναι παθητικός παίκτης. Και διαθέτει ένα όπλο που μπορεί να χτυπήσει εκεί ακριβώς όπου ο Τραμπ είναι περισσότερο ευάλωτος: στις τιμές της ενέργειας.
Το Brent έχει ήδη κινηθεί πάνω από τα 93 δολάρια, καθώς η ένταση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει τις αγορές. Μία νέα επίθεση σε πλοία ή ενεργειακές υποδομές θα μπορούσε να αυξήσει ακόμη περισσότερο το κόστος.
Και τότε ο οικονομικός πόλεμος παύει να είναι κάτι μακρινό για τον μέσο Αμερικανό. Εμφανίζεται στην αντλία του βενζινάδικου. Στα μεταφορικά. Στο κόστος των προϊόντων. Στον πληθωρισμό.
Ο πολιτικός χρόνος τρέχει αντίστροφα
Και εδώ βρίσκεται ίσως το ισχυρότερο χαρτί της Τεχεράνης. Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές απέχουν λίγο περισσότερο από δύο μήνες. Το Ιράν γνωρίζει ότι ο Τραμπ χρειάζεται πολιτικό αποτέλεσμα. Και γνωρίζει επίσης ότι μία άνοδος στις τιμές των καυσίμων λίγο πριν από τις κάλπες μπορεί να μετατρέψει έναν εξωτερικό πόλεμο σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο παιχνίδι υπομονής. Ο Τραμπ θέλει να πείσει την Τεχεράνη: «Εγώ μπορώ να αντέξω περισσότερο από εσάς». Το Ιράν μπορεί να απαντήσει: «Ας δούμε αν μπορούν να αντέξουν οι ψηφοφόροι σου».
Το δίλημμα του Λευκού Οίκου
Αν η Τεχεράνη κλιμακώσει τις επιθέσεις στη ναυτιλία, ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε δύο κακές επιλογές. Αν απαντήσει στρατιωτικά, επιστρέφει σε μία στρατηγική που μέχρι στιγμής δεν έχει πετύχει τον πολιτικό στόχο και κινδυνεύει να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Αν δεν απαντήσει, η Τεχεράνη μπορεί να παρουσιάσει την αμερικανική αυτοσυγκράτηση ως αδυναμία.
Αυτό ακριβώς είναι το είδος διλήμματος που το Ιράν μπορεί να επιχειρήσει να δημιουργήσει ενόψει των αμερικανικών εκλογών.
Τι πρέπει να αλλάξει ο Τραμπ για να πετύχει
Αν ο Λευκός Οίκος θέλει πραγματικά να κάνει τη νέα στρατηγική αποτελεσματική, χρειάζονται τέσσερις αλλαγές.
Πρώτον, υπομονή. Η Ουάσιγκτον πρέπει να αποδεχθεί ότι η οικονομική πίεση δεν θα παράγει απαραίτητα άμεση πολιτική παράδοση.
Δεύτερον, αποκατάσταση των συμμαχιών. Χωρίς συντονισμό με Ευρώπη, Ασία και κράτη του Κόλπου, θα συνεχίσουν να υπάρχουν οικονομικές διέξοδοι για την Τεχεράνη.
Τρίτον, στοχευμένη και όχι τυφλή πίεση. Το πραγματικό ζητούμενο πρέπει να είναι τα έσοδα του κρατικού μηχανισμού και των Φρουρών της Επανάστασης, όχι απλώς η εξαθλίωση της ιρανικής κοινωνίας.
Τέταρτον, σαφής πολιτικός στόχος. Τι ακριβώς θέλουν οι ΗΠΑ; Νέα πυρηνική συμφωνία; Περιορισμό του περιφερειακού ρόλου του Ιράν; Αλλαγή καθεστώτος; Πλήρη συνθηκολόγηση; Χωρίς ξεκάθαρο τελικό στόχο, ακόμη και η πιο σκληρή οικονομική πίεση κινδυνεύει να μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς χωρίς έξοδο.
Η δική μας ανάγνωση
Το νέο σχέδιο οικονομικής πίεσης του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν έχει μία προφανή λογική: εάν η Τεχεράνη στερηθεί ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου, θα περιοριστεί η δυνατότητά της να χρηματοδοτεί το κράτος, τις στρατιωτικές της δομές και την περιφερειακή της στρατηγική.
Στη θεωρία, το μοντέλο είναι απλό. Στην πράξη, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ανακοινώσουν ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις. Αυτό μπορούν να το κάνουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μπορούν να καταστήσουν αυτές τις κυρώσεις τόσο αποτελεσματικές ώστε να περιορίσουν ουσιαστικά τις πραγματικές ροές ιρανικού πετρελαίου προς τη διεθνή αγορά. Και εδώ βρίσκεται η βασική αδυναμία της στρατηγικής.
Το πετρέλαιο είναι το κλειδί
Η οικονομική πίεση προς το Ιράν περνά αναπόφευκτα από την ενέργεια. Όσο η Τεχεράνη εξακολουθεί να εξάγει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου, διατηρεί μία κρίσιμη πηγή εισροής συναλλάγματος.
Άρα, για να λειτουργήσει ένας πραγματικός οικονομικός «στραγγαλισμός», δεν αρκεί να υπάρχουν κυρώσεις στα χαρτιά. Πρέπει να επηρεαστεί η πραγματική δυνατότητα του Ιράν: να πουλά πετρέλαιο, να το μεταφέρει, να ασφαλίζει τα φορτία, να εισπράττει τα χρήματα και να τα επανεισάγει στο οικονομικό του σύστημα. Αυτή είναι μία πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση από μία απλή απόφαση του Λευκού Οίκου.
Ο παράγοντας Κίνα
Εδώ βρίσκεται πιθανότατα το σημαντικότερο κομμάτι ολόκληρης της εξίσωσης. Εάν υπάρχει επαρκής ζήτηση για το ιρανικό πετρέλαιο και υπάρχουν αγοραστές πρόθυμοι να αναλάβουν το κόστος και το ρίσκο των αμερικανικών κυρώσεων, η αποτελεσματικότητα της πολιτικής της Ουάσιγκτον περιορίζεται. Και η Κίνα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να πιέσει την Τεχεράνη. Το πραγματικό τεστ όμως είναι εάν είναι διατεθειμένη να αυξήσει την πίεση και προς επιχειρήσεις, τράπεζες, traders, διυλιστήρια και δίκτυα μεταφοράς που βρίσκονται έξω από το Ιράν. Εκεί οι κυρώσεις παύουν να αποτελούν αποκλειστικά αμερικανοϊρανική υπόθεση. Μετατρέπονται σε ζήτημα σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας. Και αυτό ανεβάζει κατακόρυφα το οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος.
Το «σκιώδες» δίκτυο μεταφοράς
Υπάρχει και ένα δεύτερο πρόβλημα. Το Ιράν έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στην προσαρμογή του σε καθεστώτα κυρώσεων. Οι εξαγωγές μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω περίπλοκων εταιρικών σχημάτων, ενδιάμεσων traders, αλλαγών ιδιοκτησίας πλοίων και άλλων μηχανισμών που δυσκολεύουν την παρακολούθηση της πραγματικής προέλευσης και του τελικού προορισμού των φορτίων.
Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον δεν αρκεί να ανακοινώσει: «Μη αγοράζετε ιρανικό πετρέλαιο». Πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζει ποιος το αγοράζει, ποιος το μεταφέρει, ποιος το χρηματοδοτεί και ποιος τελικά το επεξεργάζεται. Και στη συνέχεια πρέπει να είναι διατεθειμένη να επιβάλει πραγματικό κόστος σε όλους αυτούς τους κρίκους. Διαφορετικά δημιουργείται μία κατάσταση στην οποία οι κυρώσεις είναι αυστηρές θεσμικά, αλλά πολύ λιγότερο αποτελεσματικές επιχειρησιακά.
Το παράδοξο της τιμής του πετρελαίου
Εδώ εμφανίζεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της στρατηγικής. Ο Τραμπ θέλει να περιορίσει δραστικά τα έσοδα του Ιράν. Ταυτόχρονα όμως μία επιθετική προσπάθεια αφαίρεσης μεγάλων ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου από την αγορά μπορεί να ασκήσει ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Και αυτό δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα για την ίδια την Ουάσιγκτον. Υψηλότερη τιμή πετρελαίου σημαίνει πιθανές πιέσεις: στη βενζίνη, στις μεταφορές, στο κόστος παραγωγής και τελικά στον πληθωρισμό.
Άρα ο Λευκός Οίκος επιχειρεί ουσιαστικά να πετύχει δύο στόχους που δεν είναι πάντοτε συμβατοί: να μειώσει δραστικά τις ιρανικές εξαγωγές χωρίς να προκαλέσει μεγάλη άνοδο στην τιμή του πετρελαίου. Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από όσο ακούγεται.
Χρειάζεται αντικατάσταση των ιρανικών βαρελιών
Εάν οι ΗΠΑ θέλουν πραγματικά να αφαιρέσουν σημαντικές ποσότητες ιρανικού πετρελαίου από τη διεθνή αγορά χωρίς μεγάλη διαταραχή στις τιμές, κάποιος πρέπει να καλύψει το κενό. Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους μεγάλους παραγωγούς του Κόλπου.
Σαουδική Αραβία και άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες μπορούν θεωρητικά να παίξουν καθοριστικό ρόλο. Αλλά και εδώ υπάρχει πρόβλημα. Οι παραγωγοί πετρελαίου έχουν δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Δεν είναι δεδομένο ότι θα αυξήσουν την παραγωγή ακριβώς στον βαθμό και στον χρόνο που χρειάζεται η αμερικανική στρατηγική.
Η Ουάσιγκτον επομένως χρειάζεται πολύ περισσότερα από κυρώσεις. Χρειάζεται συντονισμένη ενεργειακή διπλωματία.
Το Ιράν έχει μάθει να ζει υπό πίεση
Υπάρχει και μία ακόμη πραγματικότητα που συχνά υποτιμάται. Οι κυρώσεις μπορούν να προκαλέσουν τεράστια οικονομική ζημιά χωρίς απαραίτητα να προκαλέσουν την πολιτική αλλαγή που επιδιώκει εκείνος που τις επιβάλλει.
Το Ιράν έχει ζήσει για χρόνια υπό διαφορετικές μορφές οικονομικής πίεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν το επηρεάζουν. Το επηρεάζουν βαθιά. Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «προκαλώ σοβαρό οικονομικό κόστος» και στο «αναγκάζω την πολιτική ηγεσία να αλλάξει στρατηγική». Το πρώτο είναι πολύ πιο εύκολο από το δεύτερο.
Ένα καθεστώς μπορεί να μεταφέρει μεγάλο μέρος του οικονομικού κόστους στην κοινωνία, να περιορίσει εισαγωγές, να αναπτύξει παράλληλους μηχανισμούς εμπορίου και να προσαρμοστεί σε χαμηλότερα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας. Άρα ο οικονομικός στραγγαλισμός δεν οδηγεί αυτομάτως σε πολιτική υποχώρηση.
Ο πραγματικός στόχος του Τραμπ
Εδώ πρέπει να τεθεί το σημαντικότερο ερώτημα: Τι ακριβώς θέλει να πετύχει ο Τραμπ; Να μηδενίσει τις εξαγωγές πετρελαίου; Να αναγκάσει το Ιράν να επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις; Να περιορίσει τη χρηματοδότηση των περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης; Να επιτύχει νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα; Ή να δημιουργήσει τόσο μεγάλη εσωτερική οικονομική πίεση ώστε να αποδυναμωθεί συνολικά το καθεστώς;
Αυτοί δεν είναι ίδιοι στόχοι. Και απαιτούν διαφορετικές στρατηγικές. Εάν δεν υπάρχει σαφώς καθορισμένο πολιτικό endgame, υπάρχει κίνδυνος οι κυρώσεις να μετατραπούν από εργαλείο πολιτικής σε μόνιμη κατάσταση αντιπαράθεσης.
Το μεγάλο ρίσκο: η πίεση χωρίς έξοδο
Οι οικονομικές κυρώσεις είναι αποτελεσματικότερες όταν ο αντίπαλος γνωρίζει όχι μόνο τι θα συμβεί αν δεν συμμορφωθεί, αλλά και τι μπορεί να κερδίσει εάν συμμορφωθεί. Εάν η Τεχεράνη πιστέψει ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε παραχώρηση, τότε μειώνεται το κίνητρο για διαπραγμάτευση.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η οικονομική στρατηγική συναντά τη διπλωματία. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται ταυτόχρονα: πίεση, αξιόπιστες απειλές, σαφείς απαιτήσεις και μία πραγματική έξοδο από την κρίση. Χωρίς το τελευταίο στοιχείο, ο «στραγγαλισμός» μπορεί να γίνει απλώς ένας ακόμη γύρος μόνιμης σύγκρουσης.
Τελική εκτίμηση
Η στρατηγική Τραμπ μπορεί πράγματι να προκαλέσει πολύ σοβαρή οικονομική πίεση στο Ιράν. Αλλά το να προκαλέσεις οικονομική ζημιά και το να επιτύχεις τον πολιτικό σου στόχο είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Για να λειτουργήσει πραγματικά το σχέδιο, η Ουάσιγκτον πρέπει να πετύχει ταυτόχρονα πολλά: να περιορίσει τις πραγματικές εξαγωγές και όχι μόνο τις επίσημες, να αντιμετωπίσει τα δίκτυα παράκαμψης, να αυξήσει το κόστος για τους διεθνείς αγοραστές, να διαχειριστεί τον παράγοντα Κίνα, να εξασφαλίσει εναλλακτική προσφορά πετρελαίου και να αποφύγει μία ενεργειακή αναταραχή που θα χτυπήσει τελικά και την αμερικανική οικονομία.
Αυτό είναι το πραγματικό παράδοξο. Για να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν, ο Τραμπ πρέπει να είναι αρκετά επιθετικός ώστε οι κυρώσεις να πονέσουν πραγματικά την Τεχεράνη, αλλά αρκετά προσεκτικός ώστε να μην πονέσουν εξίσου την παγκόσμια αγορά και τον Αμερικανό καταναλωτή.
Και υπάρχει ακόμη ένα όριο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: αν η πίεση γίνει απόλυτη και δεν συνοδεύεται από αξιόπιστη διπλωματική διέξοδο, η Τεχεράνη μπορεί να επιλέξει όχι την υποχώρηση αλλά την κλιμάκωση. Εκεί το οικονομικό παιχνίδι μετατρέπεται σε γεωπολιτικό. Και τότε το κόστος παύει να μετριέται μόνο σε δολάρια και βαρέλια πετρελαίου.
Η πραγματική επιτυχία της στρατηγικής Τραμπ επομένως δεν θα κριθεί από το πόσο χαμηλά μπορεί να οδηγήσει τα ιρανικά έσοδα. Θα κριθεί από το εάν μπορεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική πίεση σε συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς να προκαλέσει μία μεγαλύτερη κρίση από εκείνη που επιχειρεί να λύσει. Αυτό είναι και το δυσκολότερο μέρος του σχεδίου.
