ΗΠΑ: «Δεν χτυπάμε τώρα το Ιράν» – Ο Τραμπ αλλάζει τακτική και μεταφέρει τη μάχη στην οικονομία και το Ορμούζ
Η Ουάσιγκτον δεν ετοιμάζεται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, για έναν νέο γύρο μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών πληγμάτων εναντίον του Ιράν. Αυτό είναι το μήνυμα που φέρεται να μετέφερε ο Μάρκο Ρούμπιο σε υπουργούς Εξωτερικών συμμαχικών χωρών τις τελευταίες ημέρες, αποκαλύπτοντας παράλληλα τη νέα στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην Τεχεράνη.
Η αλλαγή δεν σημαίνει αποκλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης. Το αντίθετο. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να μεταφέρουν το κύριο βάρος από τις βόμβες στην οικονομία, στη ναυσιπλοΐα και στον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, με στόχο να περιορίσουν δραστικά τα έσοδα του Ιράν και να το οδηγήσουν τελικά πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Το αμερικανικό σχέδιο κινείται πάνω σε τρεις βασικούς άξονες: νέες και πολύ πιο εκτεταμένες κυρώσεις, πίεση μέσω του ναυτικού αποκλεισμού και προσπάθεια αποκατάστασης όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους της διεθνούς πετρελαϊκής κίνησης μέσα από τα Στενά του Ορμούζ. Για την κυβέρνηση Τραμπ, η τελευταία παράμετρος είναι ίσως και η σημαντικότερη, καθώς το Ιράν χρησιμοποιούσε επί χρόνια τη δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας στο συγκεκριμένο πέρασμα ως ένα από τα ισχυρότερα γεωπολιτικά του όπλα.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η ισορροπία αυτή αρχίζει πλέον να αλλάζει. Αμερικανικά υποβρύχια drones είχαν εντοπίσει περισσότερα από 100 αντικείμενα που θεωρήθηκαν πιθανές νάρκες και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν επιχειρήσεις απομάκρυνσης ή εξουδετέρωσής τους. Σύμφωνα με την αμερικανική εκτίμηση, τα πλοία μπορούν πλέον να κινούνται και προς τις δύο κατευθύνσεις υπό αμερικανική στρατιωτική προστασία, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα της Τεχεράνης να μετατρέπει το Ορμούζ σε μοχλό πίεσης.
Η πραγματικότητα, πάντως, παραμένει αρκετά πιο δύσκολη. Η κίνηση των πλοίων εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ κάτω από τα επίπεδα που υπήρχαν πριν από την πολεμική κρίση, με τις εκτιμήσεις να τη φέρνουν περίπου στο 10%-15% των προηγούμενων όγκων. Για την αμερικανική πλευρά, όμως, ακόμη και η σταδιακή επιστροφή των δεξαμενόπλοιων έχει στρατηγική σημασία. Όσο περισσότερο πετρέλαιο μπορεί να περνά με ασφάλεια από τον Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές, τόσο μικρότερη γίνεται η δυνατότητα του Ιράν να χρησιμοποιεί την ενεργειακή ασφυξία ως διαπραγματευτικό όπλο.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ ανοίγει ένα δεύτερο και εξαιρετικά σκληρό μέτωπο στην οικονομία. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις σε περισσότερες από **60 εταιρείες, πρόσωπα και πλοία** σε διάφορες χώρες, τα οποία η Ουάσιγκτον κατηγορεί ότι βοηθούν την Τεχεράνη είτε να χρηματοδοτείται από τις εξαγωγές πετρελαίου είτε να αποκτά τεχνολογία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πυρηνικά και πυραυλικά της προγράμματα.
Στο στόχαστρο μπαίνουν ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, τεχνολογία, χρυσός, αεροπορία και ναυτιλία, ενώ ιδιαίτερη πίεση ασκείται και στο τραπεζικό σύστημα. Η αμερικανική λογική είναι να περιοριστούν όσο γίνεται οι εναλλακτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων η Τεχεράνη μπορεί να παρακάμπτει τις κυρώσεις και να διατηρεί πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα.
Ενδεικτικό της πίεσης είναι και το τι συμβαίνει γύρω από το νησί Χαργκ, τον σημαντικότερο κόμβο εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου. Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι τις τελευταίες δύο εβδομάδες η δραστηριότητα των δεξαμενόπλοιων εκεί έχει ουσιαστικά παγώσει, κάτι που – εφόσον διατηρηθεί – μπορεί να προκαλέσει σοβαρή απώλεια εσόδων για το ιρανικό κράτος.
Η λογική του Τραμπ φαίνεται πλέον αρκετά καθαρή: να μην ανοίξει αυτή τη στιγμή έναν νέο μεγάλο στρατιωτικό κύκλο, αλλά να διατηρήσει την απειλή του πολέμου πάνω από την Τεχεράνη και παράλληλα να αυξάνει καθημερινά το οικονομικό κόστος της άρνησής της να διαπραγματευτεί.
Η στρατιωτική επιλογή, επομένως, δεν έχει εξαφανιστεί. Ο Ρούμπιο φέρεται να ξεκαθάρισε στους συμμάχους ότι οι ΗΠΑ δεν σχεδιάζουν τώρα επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, αλλά αυτό δεν αποτελεί δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει νέο αμερικανικό χτύπημα. Αν το Ιράν προχωρήσει σε νέα επίθεση, η Ουάσιγκτον διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής απάντησης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται και ένας νέος διαμεσολαβητικός δίαυλος. Το Πακιστάν έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στις επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές, με τον αρχηγό του πακιστανικού στρατού, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, να επισκέπτεται την Τεχεράνη για συνομιλίες με την ιρανική ηγεσία. Πριν από το ταξίδι του φέρεται να είχε επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ και να μετέφερε στους Ιρανούς νέα πρόταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε νέα διαπραγμάτευση. Ο Λευκός Οίκος έχει ξεκαθαρίσει ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν προγραμματισμένες συνομιλίες με το Ιράν. Η αμερικανική θέση μπορεί να συνοψιστεί διαφορετικά: πρώτα πίεση και μετά, εφόσον η Τεχεράνη αλλάξει στάση, διαπραγμάτευση.
Η συγκεκριμένη στρατηγική αναμένεται να διατηρηθεί τουλάχιστον μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό έχει και εσωτερική πολιτική λογική για τον Τραμπ. Μια νέα μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στη Μέση Ανατολή θα είχε τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος, ενώ η διατήρηση ισχυρής πίεσης χωρίς γενικευμένο πόλεμο του επιτρέπει να εμφανίζεται ταυτόχρονα σκληρός απέναντι στο Ιράν και επιφυλακτικός απέναντι σε μια νέα μακροχρόνια αμερικανική εμπλοκή.
Το κρίσιμο πεδίο, πάντως, βρίσκεται πλέον στα Στενά του Ορμούζ. Αν οι ΗΠΑ καταφέρουν να αποκαταστήσουν σε σημαντικό βαθμό τη ναυσιπλοΐα και ταυτόχρονα να περιορίσουν τις εξαγωγές και τις χρηματοδοτικές διόδους της Τεχεράνης, τότε ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά του Ιράν θα έχει αποδυναμωθεί χωρίς να χρειαστεί νέος μεγάλος βομβαρδισμός.
Αν, αντίθετα, η Τεχεράνη επιχειρήσει να απαντήσει στρατιωτικά ή να ξανακλείσει το πέρασμα, η ισορροπία μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγες ώρες.
Ο Τραμπ λοιπόν δεν βγάζει τη στρατιωτική επιλογή από το τραπέζι. Την αφήνει εκεί, ορατή, ενώ δοκιμάζει πρώτα κάτι διαφορετικό: **να κάνει το κόστος για το Ιράν τόσο μεγάλο ώστε η Τεχεράνη να θεωρήσει τελικά τη διαπραγμάτευση λιγότερο επώδυνη από την αντίσταση.**
Και αυτή τη στιγμή η πραγματική μάχη δεν δίνεται μόνο με πυραύλους. Δίνεται με τάνκερ, τράπεζες, κυρώσεις και τον έλεγχο μιας στενής λωρίδας θάλασσας από την οποία περνά ένα κρίσιμο κομμάτι της παγκόσμιας ενέργειας.

