Ελλάδα για Παγκόσμιο Κύπελλο 2030 – Επιλογή: Νικητής
# Ελλάδα για Παγκόσμιο Κύπελλο 2030 – Επιλογή: Νικητής
Υπάρχουν αποτυχίες που εξηγούνται. Υπάρχουν αποτυχίες που συγχωρούνται. Και υπάρχουν αποτυχίες που, όσο περνά ο χρόνος, γίνονται ακόμη μεγαλύτερες γιατί αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι ακριβώς άφησες να χαθεί.
Η απουσία της Ελλάδας από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 ανήκει στην τρίτη κατηγορία.
Με το ξεκίνημα της νέας ποδοσφαιρικής σεζόν και βλέποντας ξανά τους Έλληνες διεθνείς να αγωνίζονται σε υψηλό επίπεδο, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοήσει κανείς το μέγεθος εκείνης της χαμένης ευκαιρίας.
Πολλοί το είπαν τότε. Λίγοι, όμως, νομίζω ότι είχαν συνειδητοποιήσει πραγματικά πόσο μεγάλη ήταν η αποτυχία.
Σήμερα ακόμη και η λέξη «τεράστια» μοιάζει μικρή.
Αλλά πλέον δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα να μείνουμε εκεί.
Το παρελθόν χρησιμεύει μόνο αν έχεις την ωριμότητα να πάρεις τα μαθήματά του και να μην επαναλάβεις τα ίδια λάθη.
Και το ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκεται μπροστά σε μια δεύτερη ευκαιρία.
Ίσως τη σημαντικότερη.
Ίσως και τη μοναδική πραγματικά μεγάλη ευκαιρία αυτής της γενιάς.
Γιατί το 2030 αυτά τα παιδιά δεν πρέπει απλώς να βρίσκονται σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.
**Πρέπει να πάνε εκεί για να κάνουν τον κόσμο να μιλήσει για την Ελλάδα.**
Δεν έχουμε απλώς καλή γενιά. Έχουμε κάτι που δεν είχαμε ποτέ
Για χρόνια μάθαμε να αντιμετωπίζουμε την Εθνική μέσα από τα όριά της.
«Είμαστε μικρή χώρα».
«Πρέπει πρώτα να αμυνθούμε».
«Δεν έχουμε την ποιότητα να παίξουμε ανοιχτά».
«Οι Έλληνες παίκτες δεν μπορούν να παίξουν σε υψηλό τέμπο».
«Δεν έχουμε το μέταλλο των προηγούμενων».
Αρκετά.
Αυτές οι δικαιολογίες δεν προστατεύουν τους σημερινούς διεθνείς.
Τους αδικούν.
Για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλά χρόνια η Ελλάδα διαθέτει ποδοσφαιριστές διαφορετικών χαρακτηριστικών, ηλικιών και αγωνιστικών παραστάσεων, οι οποίοι μπορούν να μας επιτρέψουν να παίξουμε ποδόσφαιρο αντί απλώς να προσπαθούμε να καταστρέψουμε το ποδόσφαιρο του αντιπάλου.
Τζολάκης.
Μαυροπάνος.
Κουλιεράκης.
Τσιμίκας.
Ζαφείρης.
Καρέτσας.
Τζόλης.
Παυλίδης.
Δουβίκας.
Κωνσταντέλιας.
Και πίσω από αυτούς υπάρχουν ακόμη περισσότερες επιλογές.
Βαγιαννίδης, Μουζακίτης, Κυριακόπουλος, Βλαχοδήμος και άλλοι παίκτες που σε προηγούμενες εποχές θα διεκδικούσαν όχι απλώς θέση στην αποστολή αλλά θέση στην ενδεκάδα.
Το πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι η έλλειψη ποδοσφαιριστών.
Το πρόβλημα είναι να αποφασίσουμε **τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε με αυτούς τους ποδοσφαιριστές.**
Και εκεί αρχίζουν οι δύσκολες ερωτήσεις.
Το 2004 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι
Η γενιά του 2004 έκανε το ακατόρθωτο.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μικρύνουμε εκείνο που πέτυχε για να μεγαλώσουμε τη σημερινή ομάδα.
Το αντίθετο.
Εκείνη η Εθνική είχε τεράστιες προσωπικότητες.
Ζαγοράκης, Καραγκούνης, Νικοπολίδης, Δέλλας.
Παίκτες που όταν το παιχνίδι έκαιγε έβγαιναν μπροστά.
Δίπλα τους υπήρχαν ποδοσφαιριστές όπως ο Χαριστέας, ο Σεϊταρίδης, ο Γιαννακόπουλος, ο Νικολαΐδης, ο Καψής, ο Μπασινάς και ο Βρύζας. Ποδοσφαιριστές με εμπειρίες από το εξωτερικό, σημαντικές παραστάσεις και αγωνιστικό χαρακτήρα.
Αλλά αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ειλικρινείς για το 2004, πρέπει να θυμόμαστε και κάτι ακόμη.
Εκείνη η ομάδα είχε προπονητή.
Και όχι απλώς έναν άνθρωπο που συμπλήρωνε την ενδεκάδα.
Είχε τον **Ότο Ρεχάγκελ**.
Ο Γερμανός κατάλαβε απόλυτα τι είχε στα χέρια του.
Δεν προσπάθησε να κάνει τον Ζαγοράκη κάτι που δεν ήταν. Δεν ζήτησε από τον Χαριστέα να γίνει Ρονάλντο. Δεν προσπάθησε να παρουσιάσει την Ελλάδα ως Βραζιλία.
Έφτιαξε ένα αγωνιστικό μοντέλο πάνω στα χαρακτηριστικά των παικτών του.
Και στη συνέχεια πήρε από αυτούς όχι 100%.
**Πήρε 110%.**
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό μάθημα του 2004.
Όχι στο αν έπαιζε η Ελλάδα με τρεις ή τέσσερις αμυντικούς.
Όχι στο αν είχε 38% ή 58% κατοχή.
Το μάθημα είναι ότι ο προπονητής της Εθνικής οφείλει να πολλαπλασιάζει την ποιότητα που έχει στη διάθεσή του.
Όχι να τη μικραίνει.
Και εδώ αρχίζει η συζήτηση για τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς
Θα το γράψω όσο πιο καθαρά γίνεται.
Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς είναι σοβαρός άνθρωπος.
Έχει ποδοσφαιρική παιδεία.
Έχει αξιοπρέπεια.
Έχει κερδίσει την εκτίμηση μεγάλου μέρους των δημοσιογράφων και των φιλάθλων με τη δημόσια παρουσία του.
Όλα αυτά είναι θετικά.
Αλλά δεν είναι το βασικό κριτήριο για τον προπονητή της Εθνικής Ελλάδας.
Το κριτήριο είναι ένα:
**πόσο καλύτερη κάνει την ομάδα που έχει στα χέρια του;**
Και εδώ η δική μου απάντηση είναι σκληρή.
Μέχρι σήμερα, όχι όσο θα έπρεπε.
Κατά τη γνώμη μου, δεν έχουμε δει ούτε ένα σημαντικό μέρος των πραγματικών δυνατοτήτων αυτής της γενιάς.
Και αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό από μία ήττα.
Γιατί παιχνίδια χάνονται.
Προκρίσεις χάνονται.
Αυτό συμβαίνει στο ποδόσφαιρο.
Εκείνο που δεν μπορώ να δεχθώ είναι μια ομάδα με τόσο ταλέντο να συμπεριφέρεται σαν να πρέπει να απολογηθεί επειδή το διαθέτει.
Όταν έχεις Κωνσταντέλια, πρέπει να βρεις τρόπο να παίξει ο Κωνσταντέλιας
Ας αφήσουμε για λίγο τις θεωρίες.
Υπάρχει ένα απλό ποδοσφαιρικό ερώτημα.
Αν έχεις στη διάθεσή σου έναν ποδοσφαιριστή με τη δημιουργικότητα, την τεχνική και την ικανότητα στο ένας εναντίον ενός του Γιάννη Κωνσταντέλια, ποια πρέπει να είναι η πρώτη σου σκέψη;
Πώς θα τον βάλεις στο γήπεδο.
Όχι πώς θα εξηγήσεις γιατί χωράει καλύτερα κάποιος άλλος.
Δεν γράφω ότι πρέπει να παίζει ένας ποδοσφαιριστής επειδή είναι νέος.
Γράφω ότι πρέπει να παίζει ο καλύτερος.
Και όταν το ποδόσφαιρο αλλάζει, όταν οι απαιτήσεις γίνονται μεγαλύτερες σε ταχύτητα, τεχνική και ένταση, πρέπει να έχεις το θάρρος να αλλάξεις μαζί του.
Το ίδιο ισχύει για τον Καρέτσα.
Για τον Τζόλη.
Για τον Ζαφείρη.
Για τον Μουζακίτη.
Για κάθε ποδοσφαιριστή που μπορεί να ανεβάσει το τεχνικό επίπεδο της Εθνικής.
Δεν μπορεί η ηλικία να λειτουργεί ως μειονέκτημα επειδή κάποιος δεν έχει συμπληρώσει αρκετές συμμετοχές.
**Αν είναι καλύτερος, παίζει.**
Τόσο απλά.
Η Εθνική δεν χρειάζεται «ισορροπίες». Χρειάζεται τους καλύτερους
Υπάρχει μια ελληνική ποδοσφαιρική ασθένεια που μας ακολουθεί εδώ και δεκαετίες.
Οι ισορροπίες.
Να υπάρχει ένας από εδώ.
Ένας από εκεί.
Να μη δυσαρεστηθεί κανείς.
Να εκπροσωπούνται όλοι.
Λάθος.
Η Εθνική Ελλάδας δεν είναι αντιπροσωπεία συλλόγων.
Δεν είναι All-Star Game της Super League.
Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας ενδιαφέρει από ποια ομάδα προέρχεται ένας ποδοσφαιριστής.
Αν οι καλύτεροι έντεκα είναι από έντεκα διαφορετικές ομάδες, παίζουν αυτοί.
Αν είναι πέντε από τον ίδιο σύλλογο, παίζουν οι πέντε.
Το εθνόσημο πρέπει να τελειώνει τη συζήτηση.
Και εδώ ακριβώς χρειάζεται ο προπονητής που δεν θα ακούει τίποτα έξω από το προπονητικό κέντρο.
Μην προσβάλλουμε άλλο αυτή τη γενιά χαρακτηρίζοντάς την «αφελή»
Έχω ακούσει πολλές φορές ότι αυτή η Εθνική είναι πολύ επιθετική.
Ότι είναι αφελής.
Ότι τα νέα παιδιά δεν έχουν εμπειρία.
Ότι δεν διαθέτουν το «μέταλλο» της γενιάς του 2004.
Συγγνώμη, αλλά αυτό αντιστρέφει την πραγματικότητα.
Αν ένας νεαρός ποδοσφαιριστής έχει τεχνική, ταχύτητα και επιθετικό ένστικτο, δουλειά του προπονητή είναι να δημιουργήσει ένα πλαίσιο στο οποίο αυτά τα χαρακτηριστικά θα γίνουν πλεονέκτημα χωρίς να καταστρέψουν την αμυντική ισορροπία.
Δεν είναι δουλειά του ποδοσφαιριστή να γίνει κάτι διαφορετικό επειδή ο προπονητής αισθάνεται περισσότερο ασφαλής με μια συντηρητική προσέγγιση.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε το ταλέντο μας.
Πρέπει να μάθουμε να το οργανώνουμε.
Κοιτάξτε τον πάγκο μας και μετά μιλήστε για «μικρή Ελλάδα»
Αυτό ίσως είναι το στοιχείο που δείχνει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πόσο έχει αλλάξει η κατάσταση.
Μια Εθνική μπορεί να έχει στην άκρη του πάγκου παίκτες όπως ο Βαγιαννίδης, ο Δουβίκας, ο Μουζακίτης, ο Κυριακόπουλος ή ο Βλαχοδήμος.
Σε άλλες εποχές θα συζητούσαμε επί εβδομάδες ποιος από αυτούς πρέπει να ξεκινήσει.
Σήμερα μπορούν να αποτελούν εναλλακτικές.
Αυτό λέγεται βάθος.
Και είναι κάτι που η Ελλάδα σπάνια διέθετε σε τέτοιο βαθμό.
Γι' αυτό δεν δέχομαι πλέον εύκολα το επιχείρημα ότι απέναντι στη Σκωτία, στη Δανία ή σε ομάδες αντίστοιχου επιπέδου πρέπει να μπαίνουμε στο γήπεδο θεωρώντας τους εαυτούς μας αουτσάιντερ.
Σεβασμός στον αντίπαλο;
Πάντα.
Φόβος;
Κανένας.
Δεν χρειάζεται να είσαι καθηγητής ποδοσφαίρου για να καταλάβεις ότι όταν διαθέτεις αυτή την ποιότητα, ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς «να μείνουμε μέσα στο παιχνίδι».
Ο στόχος πρέπει να είναι να το κερδίσουμε.
**Αξίζει να προσέξουμε**
**Το 2030 δεν είναι μακριά όσο νομίζουμε.**
Αυτό είναι το σημείο που θεωρώ σημαντικότερο από όλα.
Τότε ο Κωνσταντέλιας θα βρίσκεται σε ηλικία ποδοσφαιρικής ωριμότητας.
Ο Καρέτσας θα έχει ήδη αρκετές σεζόν υψηλού επιπέδου στα πόδια του.
Ο Κουλιεράκης θα βρίσκεται στα καλύτερα χρόνια ενός κεντρικού αμυντικού.
Ο Τζόλης, ο Ζαφείρης, ο Τζολάκης και οι υπόλοιποι αυτής της γενιάς θα έχουν προσθέσει εμπειρία χωρίς να έχουν χάσει τη σωματική τους ακμή.
Αυτό είναι το παράθυρο.
Και τα παράθυρα στο ποδόσφαιρο κλείνουν πολύ γρηγορότερα απ' όσο πιστεύουμε.
Δεν υπάρχει εγγύηση ότι το 2034 θα έχουμε πάλι δέκα ή δεκαπέντε παίκτες αυτού του επιπέδου στις σωστές ηλικίες.
Δεν υπάρχει εγγύηση ότι πίσω από τον Καρέτσα θα εμφανιστεί άλλος Καρέτσας.
Ούτε ότι μετά τον Κωνσταντέλια θα έρθει αυτόματα άλλος Κωνσταντέλιας.
Γι' αυτό το 2030 πρέπει να αντιμετωπιστεί από σήμερα σαν εθνικό ποδοσφαιρικό project.
Η δική μας ανάγνωση
Θα πάω ακόμη πιο μακριά.
**Δεν θέλω την Ελλάδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030 για να πανηγυρίσουμε απλώς την πρόκριση.**
Αυτό θα είναι το minimum.
Θέλω να πάει εκεί πιστεύοντας ότι μπορεί να κερδίσει οποιονδήποτε.
Όχι επειδή ξαφνικά γίναμε Βραζιλία.
Αλλά επειδή για πρώτη φορά έχουμε αρκετά διαφορετικά κομμάτια ώστε να δημιουργηθεί μια πραγματικά μεγάλη ομάδα.
Έχουμε τερματοφύλακες.
Έχουμε στόπερ υψηλού επιπέδου.
Έχουμε σύγχρονα μπακ.
Έχουμε χαφ που μπορούν να τρέξουν, να πιέσουν και να παίξουν.
Έχουμε δημιουργούς.
Έχουμε εξτρέμ.
Έχουμε φορ που σκοράρουν.
Έχουμε ταχύτητα.
Και κυρίως έχουμε κάτι που παραδοσιακά έλειπε από την Ελλάδα:
**πολλούς ποδοσφαιριστές που μπορούν να αποφασίσουν μόνοι τους μια φάση.**
Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Ελλάδα 2030 – Επιλογή: Νικητής
Ναι.
**Νικητής.**
Και πριν αρχίσουν τα χαμόγελα, ας εξηγηθούμε.
Δεν λέω ότι σήμερα η Ελλάδα είναι φαβορί για να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030.
Προφανώς όχι.
Λέω κάτι διαφορετικό.
Αν αυτή η γενιά εξελιχθεί όπως μπορεί, αν οι σημαντικότεροι παίκτες της φτάσουν στο 2030 υγιείς και βασικοί σε υψηλό επίπεδο, αν εμφανιστούν ακόμη δύο-τρεις παίκτες από τις μικρότερες ηλικίες και –κυρίως– αν η Εθνική αποκτήσει έναν προπονητή και ένα αγωνιστικό μοντέλο που θα πάρει το **110%** από αυτό το υλικό αντί να προσπαθεί απλώς να περιορίσει τα λάθη του, τότε δεν θέλω να ακούσω ότι ο στόχος είναι «μια καλή παρουσία».
Θέλω να ονειρευτούμε.
Το 2004 η Ελλάδα πήγε στην Πορτογαλία χωρίς να πιστεύει σχεδόν κανείς ότι μπορούσε να κατακτήσει την Ευρώπη.
Το έκανε.
Όχι επειδή είχε το καλύτερο ρόστερ.
Αλλά επειδή είχε ομάδα, προσωπικότητα, σχέδιο και έναν προπονητή που κατάλαβε απόλυτα τι είχε στα χέρια του.
Το 2030 μπορεί να έχουμε κάτι που εκείνη η ομάδα δεν είχε:
**περισσότερο καθαρό ποδοσφαιρικό ταλέντο.**
Αυτό που μένει είναι να αποκτήσουμε ξανά όλα τα υπόλοιπα.
Η αποτυχία του 2026 πρέπει να είναι η τελευταία χαμένη ευκαιρία αυτής της γενιάς.
Όχι άλλη δικαιολογία.
Όχι άλλη συζήτηση περί «μικρής Ελλάδας».
Όχι άλλος φόβος απέναντι σε ομάδες που διαθέτουν λιγότερο ταλέντο από εμάς.
Η Ομοσπονδία έχει τέσσερα χρόνια για να δημιουργήσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της επόμενης ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε απλώς να μεγαλώσουν αυτά τα παιδιά. Δεν αρκεί να ελπίζουμε ότι ο Καρέτσας θα γίνει καλύτερος, ότι ο Κωνσταντέλιας θα ωριμάσει, ότι ο Κουλιεράκης θα αποκτήσει ακόμη περισσότερες παραστάσεις ή ότι ο Τζόλης και ο Παυλίδης θα συνεχίσουν να σκοράρουν.
Αυτά είναι η δουλειά των παικτών.
Η δουλειά της Εθνικής είναι να τους προσφέρει το περιβάλλον μέσα στο οποίο όλο αυτό το ταλέντο θα μετατραπεί σε **ομάδα**.
Γιατί ένα καλό ρόστερ δεν κερδίζει από μόνο του.
Ένα σύνολο κερδίζει.
Μια αγωνιστική ταυτότητα κερδίζει.
Μια ομάδα που ξέρει τι θέλει να κάνει όταν έχει την μπάλα, τι θέλει να κάνει όταν τη χάνει και πώς αντιδρά όταν ένα παιχνίδι στραβώσει.
Και πάνω απ' όλα, ένας προπονητής που κοιτάζει τους παίκτες του και σκέφτεται πρώτα **τι μπορούν να κάνουν** και όχι τι φοβάται ότι μπορεί να πάει στραβά.
Εδώ θα κριθούν όλοι.
Και πρώτα απ' όλους η Ομοσπονδία.
Δεν θα υπάρχει το 2030 η δικαιολογία ότι «δεν είχαμε υλικό».
Το υλικό υπάρχει.
Δεν θα υπάρχει η δικαιολογία ότι «τα παιδιά ήταν άπειρα».
Το 2030 αρκετοί από αυτούς θα έχουν ήδη εκατοντάδες παιχνίδια υψηλού επιπέδου στα πόδια τους.
Δεν θα υπάρχει ούτε η δικαιολογία ότι «θέλαμε χρόνο».
**Τέσσερα χρόνια στο ποδόσφαιρο είναι μια ολόκληρη ζωή.**
Αν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργηθεί μια Εθνική αντάξια αυτού του ταλέντου, τότε το πρόβλημα δεν θα βρίσκεται στους ποδοσφαιριστές.
Θα βρίσκεται σε αυτούς που τους διαχειρίστηκαν.
Και ο Γιοβάνοβιτς;
Εδώ χρειάζεται καθαρή κουβέντα.
Αν ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς παραμείνει ο άνθρωπος που θα οδηγήσει αυτή τη γενιά προς το 2030, πρέπει να αλλάξει.
Όχι χαρακτήρα.
Ποδοσφαιρική προσέγγιση.
Πρέπει να εμπιστευτεί περισσότερο το ταλέντο που έχει στα χέρια του. Να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη νεότητα σαν πιθανό πρόβλημα και να αρχίσει να τη βλέπει ως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτής της Εθνικής.
Να δημιουργήσει ιεραρχία με βάση την αγωνιστική ποιότητα και όχι την ηλικία, τις συμμετοχές ή το όνομα.
Και κυρίως να αποδείξει μέσα στο γήπεδο ότι μπορεί να πάρει από αυτή την ομάδα πολύ περισσότερα απ' όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα.
Αν το κάνει, θα είμαι ο πρώτος που θα το αναγνωρίσει.
Αν δεν το κάνει, η Ομοσπονδία πρέπει να πάρει την απόφαση που επιβάλλει το συμφέρον της Εθνικής.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς.
Το αν ένας προπονητής είναι συμπαθής, αξιοπρεπής και σοβαρός άνθρωπος είναι σημαντικό.
Αλλά ο προπονητής της Εθνικής δεν πληρώνεται για να κερδίσει το βραβείο του πιο συμπαθούς ανθρώπου στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Πληρώνεται για να κερδίσει **ποδοσφαιρικούς αγώνες**.
Και, ακόμη περισσότερο, για να δημιουργήσει μια ομάδα που θα αξίζει όσο αξίζουν οι παίκτες της.
Η μεγάλη παγίδα: να αρκεστούμε στην πρόκριση
Αυτό είναι που φοβάμαι περισσότερο.
Να φτάσουμε κάποια στιγμή στα προκριματικά του 2030 και να αρχίσουμε πάλι να μετράμε βαθμούς, δεύτερες θέσεις, μπαράζ και «καλές κληρώσεις».
Όχι.
Με αυτή τη γενιά πρέπει να αλλάξει και ο πήχης.
Η πρόκριση σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως το τελικό όνειρο.
Πρέπει να αποτελεί την αφετηρία.
Γιατί αν το 2030 εμφανιστούμε με Κωνσταντέλια, Καρέτσα, Κουλιεράκη, Τζόλη, Ζαφείρη, Τζολάκη και τους υπόλοιπους στα καλύτερα ποδοσφαιρικά τους χρόνια, τότε δεν θέλω να ακούσω ότι «στόχος είναι να περάσουμε τον όμιλο».
Θέλω να δω την Ελλάδα να πηγαίνει εκεί και να κοιτάζει τον αντίπαλο στα μάτια.
Όποιος κι αν είναι.
Γαλλία;
Παίζουμε.
Ισπανία;
Παίζουμε.
Αργεντινή;
Παίζουμε.
Βραζιλία;
Παίζουμε.
Δεν σημαίνει ότι θα τους κερδίσουμε όλους.
Σημαίνει ότι δεν θα έχουμε χάσει πριν ξεκινήσει το παιχνίδι.
Αυτή είναι η νοοτροπία που πρέπει να χτιστεί από σήμερα.
Presidente's Pick: Ελλάδα – Νικητής Παγκοσμίου Κυπέλλου 2030
Και φτάνουμε στην επιλογή.
**Ελλάδα – Νικητής Παγκοσμίου Κυπέλλου 2030.**
Ναι, καλά διαβάσατε.
Δεν είναι επιλογή για να βάλουμε το σπίτι μας.
Δεν είναι καν επιλογή που βασίζεται στη σημερινή πιθανότητα κατάκτησης του τροπαίου.
Είναι ένα **μακροχρόνιο ποδοσφαιρικό στοίχημα πάνω στην εξέλιξη μιας γενιάς**.
Αν βρεθεί τιμή πραγματικά τεράστια – όπως λογικά θα συμβεί όταν ανοίξουν σοβαρά οι αγορές για το 2030 – προσωπικά θέλω να έχω αυτό το δελτίο στο συρτάρι μου.
Και να το κοιτάξω ξανά το καλοκαίρι του 2030.
Γιατί σε τέτοιες αγορές δεν αγοράζεις μόνο τη σημερινή Ελλάδα.
Αγοράζεις την Ελλάδα που πιστεύεις ότι μπορεί να υπάρχει σε τέσσερα χρόνια.
Αγοράζεις τέσσερα χρόνια εξέλιξης του Καρέτσα.
Τέσσερα χρόνια εξέλιξης του Κωνσταντέλια.
Τέσσερα χρόνια περισσότερης εμπειρίας για τον Κουλιεράκη.
Τέσσερα χρόνια για τον Τζολάκη, τον Τζόλη, τον Ζαφείρη και τους υπόλοιπους.
Αγοράζεις επίσης την πιθανότητα να εμφανιστούν δύο ή τρία ακόμη παιδιά που σήμερα μπορεί να μην έχουν καν μπει σοβαρά στη συζήτηση.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Όχι ότι η Ελλάδα είναι σήμερα η καλύτερη ομάδα του κόσμου.
**Ότι το ταβάνι αυτής της γενιάς δεν το γνωρίζουμε ακόμη.**
Και όταν δεν γνωρίζεις το ταβάνι μιας ομάδας αλλά βλέπεις τόσο μεγάλο ταλέντο συγκεντρωμένο στις σωστές ηλικίες, τότε μια εξωφρενικά μεγάλη απόδοση αποκτά ενδιαφέρον.
Όχι βεβαιότητα.
**Αξία.**
Το 2004 μάς απαγορεύει να γελάμε
Υπάρχει και κάτι τελευταίο.
Εμείς οι Έλληνες είμαστε ίσως οι τελευταίοι άνθρωποι στην Ευρώπη που έχουμε δικαίωμα να γελάσουμε όταν κάποιος μιλά για ένα φαινομενικά αδύνατο ποδοσφαιρικό σενάριο.
Το έχουμε ζήσει.
Το καλοκαίρι του 2004 η Ελλάδα δεν πήγε στην Πορτογαλία ως ένα από τα φαβορί.
Πήγε ως μια ομάδα που σχεδόν κανείς εκτός των συνόρων της δεν υπολόγιζε για το τρόπαιο.
Και λίγες εβδομάδες αργότερα ο Ζαγοράκης το σήκωνε στον ουρανό της Λισαβόνας.
Δεν λέω ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται επειδή το θέλουμε.
Ούτε ότι επειδή συνέβη μία φορά θα συμβεί ξανά.
Λέω κάτι πολύ πιο απλό.
**Το ποδόσφαιρο έχει ήδη αποδείξει σε εμάς τους ίδιους ότι το αδύνατο μερικές φορές χρειάζεται απλώς τη σωστή ομάδα, τον σωστό προπονητή και την κατάλληλη στιγμή.**
Το 2004 είχαμε την ομάδα και τον προπονητή.
Το 2030 μπορεί να έχουμε περισσότερο ατομικό ταλέντο από ποτέ.
Μένει να βρούμε όλα τα υπόλοιπα.
Η τελευταία κουβέντα του Presidente
Η αποτυχία του 2026 πρέπει να πονάει.
Και καλά κάνει.
Όχι για να καθόμαστε άλλα τέσσερα χρόνια και να ψάχνουμε ποιος έφταιξε περισσότερο.
Αλλά για να μη χαθεί ξανά ούτε μία ημέρα.
Αυτή η γενιά δεν χρειάζεται άλλους ανθρώπους να της εξηγούν τα όριά της.
Χρειάζεται ανθρώπους που θα τη βοηθήσουν να ανακαλύψει **πόσο ψηλά μπορεί πραγματικά να φτάσει**.
Το 2030 δεν θέλω να πάμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο για φωτογραφίες.
Δεν θέλω να ακούσω ότι «και μόνο η παρουσία μας είναι επιτυχία».
Δεν θέλω να μπούμε σε κανένα γήπεδο κοιτώντας το όνομα στην απέναντι φανέλα.
Θέλω μια Ελλάδα που θα ξέρει ότι έχει παίκτες.
Που θα ξέρει ότι έχει σχέδιο.
Που θα ξέρει ότι έχει πάγκο.
Που θα ξέρει ότι μπορεί να σκοράρει.
Και που όταν έρθει το δύσκολο βράδυ, θα έχει ξανά εκείνες τις προσωπικότητες που θα κοιταχτούν μεταξύ τους και θα πουν:
**«Πάμε να το πάρουμε».**
Μπορεί να μην συμβεί.
Αυτό είναι ποδόσφαιρο.
Αλλά υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο από το να ονειρευτείς κάτι μεγάλο και να αποτύχεις.
**Να διαθέτεις τη γενιά που θα μπορούσε να το κυνηγήσει και να μην τολμήσεις ποτέ να μάθεις μέχρι πού μπορούσε να φτάσει.**
# Ελλάδα – Παγκόσμιο Κύπελλο 2030
**Επιλογή Presidente: Νικητής.**
Βάλτε το δελτίο στο συρτάρι.
Έχουμε τέσσερα χρόνια μπροστά μας.
**Και αυτή τη φορά, ας μην τα πετάξουμε.**

